ση-λάιν

το, Ν
τεχνολ. σύστημα χαλύβδινων σωληνώσεων, υποβρύχια εγκατάσταση πετρελαιαγωγού ο οποίος συνδέει τις δεξαμενές πετρελαίου με την θέση στην οποία προσδένουν τα δεξαμενόπλοια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. sea line (< sea «θάλασσα» + line «γραμμή, σειρά»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λάιν Άιλαντς — (Line Islands = Νησιά της Γραμμής). Συστάδα νησιών (679 τ. χλμ.) της Πολυνησίας στον κεντρικό Ειρηνικό ωκεανό, με κατεύθυνση ΒΔ προς ΝΑ, μεταξύ 151° και 163° δυτικού μήκους. Διασχίζονται από τη γραμμή του ισημερινού, γι’ αυτό και ονομάστηκαν… …   Dictionary of Greek

  • Λάιν, Άντριαν — (Adrian Lyne, Πιτέρμπορο 1941 –). Βρετανός σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Ξεκίνησε την καριέρα του, όπως και οι συνάδελφοί του Τόνι Σκοτ, Ρίντλεϊ Σκοτ και Άλαν Πάρκερ, σκηνοθετώντας διαφημιστικά φιλμ μικρής διάρκειας, τα οποία προβάλλονταν στη… …   Dictionary of Greek

  • βυθοκόρος — Μηχανικό συγκρότημα για την εκτέλεση εκσκαφών μεγάλης έκτασης σε πετρώματα μαλακά ή κατατεμαχισμένα (άμμος, χαλίκια, άργιλος, λάσπη κλπ.). Υπάρχουν διάφοροι τύποι τέτοιων μηχανημάτων, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της θέσης των υλικών και… …   Dictionary of Greek

  • εκσκαφέας — Μηχάνημα που χρησιμοποιείται γενικά για την εκσκαφή σκληρών ή θρυμματισμένων βράχων και για την εύκολη και γρήγορη απομάκρυνση των υλικών που προκύπτουν από την εκσκαφή. Όταν η εκσκαφή γίνεται στον βυθό της θάλασσας, το μηχάνημα ονομάζεται… …   Dictionary of Greek

  • φιλαδέλφεια — I Ονομασία αρχαίων πόλεων. 1. Πόλη της Αιγύπτου, κοντά στο σημερινό Φαγιούμ. Χτίστηκε από τον Πτολεμαίο τον Φιλάδελφο. Έπαψε να υπάρχει από τον 4o αι. μ.Χ. 2. Πόλη της Περγάμου, στις βόρειες πλαγιές του όρους Τμώλου, που χτίστηκε το 140 π.Χ. από… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Καρολίνα, Βόρεια — (Νorth Carolina). Ομόσπονδη πολιτεία (136.413 τ. χλμ., 8.186.268 κάτ. το 2001) των ΗΠΑ με πρωτεύουσα τη Ράλι (Raleigh, 276.093 κάτ. το 2000). Συνορεύει στα Β με την πολιτεία Βιρτζίνια, στα Ν με τη Νότια Καρολίνα και τη Γεωργία (Τζόρτζια) και Α… …   Dictionary of Greek

  • Ουάσινγκτον — I (Washington). Πόλη (617000 κάτ. αλλά περισσότεροι από 3 700 000 στο πολεοδομικό συγκρότημα), πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών. Βρίσκεται στο Διαμέρισμα Κολούμπια, ένα μικρό ομοσπονδιακό έδαφος (174 τ. χλμ.), στη συμβολή του Ανακόστια με τον… …   Dictionary of Greek

  • Σέγκρε, Αιμίλιο — (Segre). Αμερικανός φυσικός, ιταλικής καταγωγής (Τίβολι, Ρώμη 1905). Συνεργάτης του Φέρμι στα κλασικά πειράματα του βομβαρδισμού των ατομικών πυρήνων με νετρόνια (1936 1938) υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Ιταλία εξαιτίας των φυλετικών διώξεων.… …   Dictionary of Greek

  • κάλαιν — κάλη fem gen/dat dual κά̱λαιν , κήλη tumour fem gen/dat dual (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.